- ἀγνωμοσύνης
- ἀγνωμοσύνηwant of acquaintance withfem gen sg (attic epic ionic)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
безразоумьѥ — БЕЗРАЗОУМЬ|Ѥ (1*), ˫А с. Незнание: Аще ли же не ѡ(т)сѣщи дѣла нужьнаго. и ѡ(т)ити. паче безъразумь˫а бы послѣдьнѩго ибо іс(с)ъ възбрани ѥму. (ἀγνωμοσύνης) ПНЧ XIV, 160а … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
σκαιότητα — η / σκαιότης, ητος, ΝΑ [σκαιός] η ιδιότητα τού σκαιού, τραχύτητα, βαναυσότητα (α. «τόν έδιωξε με σκαιότητα» β. «σκαιότης τρόπου», Αλκίφρ.) αρχ. αδεξιότητα, ανεπιτηδειότητα, απαιδευσία, αμάθεια («πολέμους ἵστασθαι ὑπό τε ἀγνωμοσύνης καὶ… … Dictionary of Greek